Home > "Παιδεία Αποφοίτων" > Διαχείριση Επιθετικότητας στο Σχολικό Περιβάλλον

Διαχείριση Επιθετικότητας στο Σχολικό Περιβάλλον

No Gravatar

Διαχείριση Επιθετικότητας στο Σχολικό Περιβάλλον

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΩΝ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΤΗΣ ΙΩΝΙΔΕΙΟΥ, Φ.144)

 

Γράφει η Εβίτα Μιχαλάτου (αποφ.00)

Κοινωνιολόγος

Τόσο στη χώρα μας όσο και στις υπόλοιπες  δυτικές κοινωνίες η επιθετικότητα στο σχολικό περιβάλλον  είναι πλέον μια καθημερινή πραγματικότητα. Αποτελεί ένα φυσιολογικό μέρος της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης των παιδιών όπου καθώς αυτά μεγαλώνουν, οι εκδηλώσεις της διαφοροποιούνται τόσο κατά τη συχνότητα όσο και κατά την ένταση και τον αριθμό.

 Η επιθετικότητα και η αντιδραστική συμπεριφορά αποτελούν το 1/3 των προβλημάτων συμπεριφοράς που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ψυχολόγοι και οι παιδαγωγοί στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος. Για να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά «επιθετική» ωστόσο, πρέπει να διαπιστωθεί  ότι αυτός που την εκδήλωσε, είχε στόχο να βλάψει τον άλλον, καθώς η επιθετικότητα είναι κοινωνική πράξη συμπεριφοράς καταστρεπτικού χαρακτήρα.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, εμφανίζεται μια ιδιαίτερη συχνότητα, μια διαφορετική εκδοχή  της επιθετικότητας των μαθητών στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος. Ο σχολικός εκφοβισμός ή αλλιώς όπως αναφέρεται από τους ειδικούς με τον όρο «bulling» εμφανίζει στοιχεία όπως η φυσική ή λεκτική ή ψυχολογική επίθεση, καθώς και  πρόθεση να προκαλέσει φόβο ανησυχία ή πόνο στο θύμα.

Κατά συνέπεια η σχολική επιθετικότητα συνδέεται με μια ανισότητα δύναμης όπου οι μαθητές όπου δέχονται τις αρνητικές πράξεις είναι αδύναμοι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και εμφανίζονται αδύναμοι μπροστά στους θύτες.[1]

Στην Ελλάδα ουσιαστικά το πρόβλημα άρχισε να ερευνάται από τις αρχές του 2000 όπου μέσα από μια πληθώρα ερευνών βρέθηκε ότι τα περισσότερα θύματα ανέφεραν τη θυματοποίησή τους, στους γονείς και όχι στους δασκάλους με αποτέλεσμα, αυτός  τους ο φόβος, να τροφοδοτεί της σχολική επιθετικότητα.

Η επιθετικότητα ως κοινωνικό φαινόμενο επηρεάζει αρνητικά και επιβαρύνει τους μαθητές που την υφίστανται όπως και αυτούς που την ασκούν. Επηρεάζει αρνητικά την συναισθηματική ασφάλεια και την κοινωνικότητα των παιδιών. Παράλληλα έχει παρατηρηθεί σαν συνέπεια της επιθετικότητας, η σωματική και ψυχολογική καταπόνηση των θυμάτων, η  δυσκολία στην αυτοσυγκέντρωση των μαθητών και γενικότερα η μειωμένη προσαρμοστικότητα στο σχολικό περιβάλλον. Τα παιδιά που χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα είναι συνήθως ανυπάκουα, αρνητικά, δείχνουν απάθεια, παρουσιάζουν αντιδραστική και προκλητική συμπεριφορά στην οικογένεια, το σχολείο και πρόσωπα που θεωρούν ότι κατέχουν εξουσία.  [2]

Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι μαθητές που ασκούν βία με αποτέλεσμα να εμφανίζουν προβλήματα όπως παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, κατάθλιψη, διακοπή των μαθημάτων τους στο  σχολείο, χαμηλή αυτοεκτίμηση , συναισθήματα αναξιότητας και γενικότερα όλα αυτά συναινούν στο να διαιωνίζεται η βία τόσο στην ίδια την οικογένεια όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Τόσο οι αιτίες όσο και οι παράγοντες που ενισχύουν τη βία στο σχολικό περιβάλλον είναι πολλαπλοί. Συνήθως βίαιη και επιθετική συμπεριφορά εμφανίζουν οι μαθητές που έχουν και οι ίδιοι δεχτεί σε μεγάλο βαθμό βία στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Συνήθως τα παιδιά που εμφανίζουν βίαιη συμπεριφορά είναι μάρτυρες ή θύματα κακομεταχείρισης και παραμέλησης. Προέρχονται από οικογένειες που επιβραβεύουν κάθε μορφή επιθετικής συμπεριφοράς και είναι μεγαλωμένα σε περιβάλλοντα βίας και επιθετικότητας.

Επίσης στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί  η επίδραση των γονιών σε αυτές τις συμπεριφορές. Όπως έχει γίνει γνωστό μέσα από μια σειρά ερευνών πίσω από κάθε μορφή επιθετικότητας κρύβονται είτε  υπερβολικά καταπιεστικοί γονείς, είτε υπερβολικά παραχωρητικοί  αδιάφοροι- απορριπτικοί  γονείς με αποτέλεσμα τα παιδιά να αντιδρούν ανάλογα αυτών των συμπεριφορών.

Οι μαθητές που ασκούν έντονη επιθετική συμπεριφορά εμφανίζουν χαρακτηριστικά όπως η έλλειψη συναισθηματικής ανταλλαγής στο οικογενειακό περιβάλλον και ελλιπή γονικό έλεγχο. Γι’ αυτό το λόγο θεωρούν ότι ασκώντας το σχολικό εκφοβισμό ελέγχουν – εξουσιάζουν τις σχέσεις τους με τους συμμαθητές τους ενώ  παράλληλα  παρουσιάζουν μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες.

 Αντιθέτως τα παιδιά που δέχονται το σχολικό εκφοβισμό προέρχονται από υπερπροστατευτικές οικογένειες, ενώ μεγάλη πλειοψηφία έχουν υπάρξει θύματα εκφοβισμού και κακοποίησης από τα αδέλφια τους. Συγκεκριμένα τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, κατάθλιψη υπερβολική αναστολή, μοναξιά κτλ.

Ουσιαστικά για την πρόληψη της σχολικής επιθετικότητας, σημαντικό ρόλο πέρα από την οικογένεια έχουν και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι μπορούν να διασφαλίσουν το κλίμα και την πολιτική του σχολείου. Η οικογένεια με τη σειρά της οφείλει να ευαισθητοποιηθεί στο θέμα της επιθετικότητας και να δείξει εμπιστοσύνη στα μέλη της. Γενικότερα η ενίσχυση της συναισθηματικής και κοινωνικής ικανότητας των παιδιών είναι απαραίτητη. Οι μαθητές οφείλουν να δραστηριοποιούνται στα πλαίσια του σχολικού περιβάλλοντος να διατηρούν και να σέβονται την ατομικότητα και την διαφορετικότητα του άλλου. Να αποδέχονται το διαφορετικό καθώς αυτό θα τους βοηθήσει στη διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας.

Όπως προαναφέρθηκε λοιπόν ο ρόλος του σχολείου και ιδιαίτερα των εκπαιδευτικών είναι διφορούμενος και ιδιαίτερα σημαντικός. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να αναγνωρίζει και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, να προάγει την μάθηση να διατηρεί την πειθαρχία καθώς επίσης και να δίνει έμφαση στην κοινωνικοποίηση των μαθητών.

Παράλληλα θα πρέπει να κατανοεί και να αντιλαμβάνεται τα αισθήματα των μαθητών να ακούει χωρίς να διακόπτει, να καλλιεργεί αμοιβαίο σεβασμό και να ενθαρρύνει την ελεύθερη έκφραση. Ουσιαστικά θα πρέπει να αποφεύγει τις αυταρχικές συμπεριφορές και τα στερεότυπα και να καλλιεργεί το αίσθημα της συνεργασίας μεταξύ των μαθητών.

Γενικότερα λοιπόν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η διαχείριση της επιθετικότητας στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να μειωθεί αν όχι να αποτραπεί εάν  οι εκπαιδευτικοί θέσουν σε λειτουργία  μια σειρά «μέτρων» που θα βοηθήσουν στην αποφυγή της. Αυτά τα μετρά μπορούν να είναι για παράδειγμα εφημερίες κατά την διάρκεια των διαλλειμάτων,  έτσι ώστε να μη νιώθουν απροστάτευτα τα παιδιά-«θύματα», να δημιουργηθούν αίθουσες μαθημάτων όπου μπορούν τα παιδιά να απασχολούνται πιο δημιουργικά, καθώς επίσης και να προετοιμάζονται οι εκπαιδευτικοί για την διαφορετικότητα του κάθε παιδιού.

Όταν η επιθετική συμπεριφορά συνεχίζει να υφίσταται παρά τη χρήση έμμεσων και άμεσων παρεμβάσεων, απαιτεί προσεκτική διαχείριση, στηριζόμενη σε θεωρητικές προσεγγίσεις που υπαγορεύουν συγκεκριμένες αρχές και πρακτικές παρέμβασης.

Τα επίμονα προβλήματα συμπεριφοράς αντιμετωπίζονται συστηματικά με διάφορα ολοκληρωμένα μοντέλα, που προτείνουν εκπρόσωποι όλων των «σχολών» σκέψης που ασχολούνται με το φαινόμενο της εκπαίδευσης.

Έτσι έχουμε μοντέλα με αυξημένο τον εξωτερικό έλεγχο (μπιχεβιοριστικά), με μειωμένο τον εξωτερικό έλεγχο και έντονη πρόθεση ανάπτυξης ικανοτήτων αυτορρύθμισης (νεομπιχεβιοριστικά), μοντέλα με εξωτερική στήριξη και ελάχιστο έλεγχο (ερευνητικά), μοντέλα που στηρίζονται στη διαπροσωπική επικοινωνία εκπαιδευτικών – μαθητών με στόχο την ανάπτυξη της μαθητικής αυτονομίας (ψυχοδυναμική σχολή) και τέλος μοντέλα δημιουργίας θετικού κλίματος για την επίτευξη της αυτοπραγμάτωσης των μαθητών (ανθρωπιστική σχολή). [3]

Συνοψίζοντας λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος. Θα πρέπει να διευκολύνει την αλλαγή της συμπεριφοράς του ατόμου , να βοηθήσει και  να αντιμετωπίσει υγιώς τις αντιξοότητες της ζωής, να εκπαιδεύσει στη λήψη αποφάσεων και να συντελέσει στην ανάπτυξη του παιδιού και την ισορρόπηση μεταξύ αυταρχικότητας & αδιαφορίας.

Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σχολείο ως χώρος εκπαίδευσης είναι η μοναδική ελπίδα της κοινωνίας, καθώς ανοίγει καινούριους δρόμους και  δίνει προοπτικές σε νέα παιδιά να έχουν τη δύναμη του λόγου.. καθώς αυτός ενισχύει την πνευματική και συναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών.

 

«Όποιος δεν έχει λέξεις είναι ευάλωτος. Γιατί ο λόγος είναι δύναμη, είναι ένα όπλο και είναι έγκλημα να την στερούμε από αυτούς που  την χρειάζονται περισσότερο. Γιατί όποιος δεν έχει λέξεις είναι  αδύναμος να υποστηρίζει το δίκιο του και αποκόβεται από τους άλλους. Αλλά μόλις αποκοπεί, υπάρχει κίνδυνος. Και ο κίνδυνος σημαίνει άμυνα, δηλαδή επιθετικότητα. Τις  λέξεις τις χρειάζονται περισσότερο οι νέοι και  ιδιαιτέρως οι αδύναμοι κοινωνικά. Γιατί κάθε άνθρωπος, ακόμα και διαλυμένος, ακόμα και στο περιθώριο και την φτώχεια και ιδίως τότε, έχει δικαίωμα στο σεβασμό. Ο ίδιος είναι αξιοσέβαστος αλλά η πνευματική του ένδεια δεν είναι, γιατί προκαλεί οδύνη.»

N.Polony 

“Τα χαμένα μας παιδιά»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. 1.       Olweus D. (1993) «Βulling at school. What we know and what we can do, Oxford, Blackwell»
  2. 2.       Βερνάδος, Σχολικός Σύμβουλος Ειδικής Αγωγής Κρήτης 
  3. 3.       «Ο ρόλος του σχολείου στην πρόληψη της παιδικής επιθετικότητας.» (Φροσύνης, Λαμπής, Μπούκικας),  Θεσ/νίκη ,2007
  4. 4.       Κουνενού, Κ. (2008). Συμβουλευτική Ψυχολογία, Συμβουλευτική & Επαγγελματικός Προσανατολισμός.

 


[1] Olweus D. (1993) bulling at school. What we know and what we can do, Oxford, Blackwell

[2] Βερνάδος, Σχολικός Σύμβουλος Ειδικής Αγωγής Κρήτης

[3]  Ματσαγγούρας Ηλίας, Σχολική Τάξη, Γρηγόρης

  1. No comments yet.
  1. No trackbacks yet.