Home > Χωρίς κατηγορία > O Θεός εκτός από το χαβιάρι αγαπά και τους ευεργέτες

O Θεός εκτός από το χαβιάρι αγαπά και τους ευεργέτες

No Gravatar

O Θεός εκτός από το χαβιάρι αγαπά και τους ευεργέτες

του Κωνσταντίνου Μπουρλετίδη

Η εξαιρετική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή έφερε στην επιφάνεια την  ανάγκη που έχουμε σήμερα περισσότερο από ποτέ για την ανάδειξη ανθρώπων με όραμα και αγάπη  για την πατρίδα, διάθεση  για έμπρακτη και ανιδιοτελή προσφορά και πάνω απ όλα την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία από την οποία προήλθαν και τους ανέδειξε.

 Ο Γιάννης Βαρβάκης, ο δικός μας Κωνσταντίνος Ιωνίδης, οι Ζωσιμάδες ήταν Εθνικοί ευεργέτες… Ήταν εύποροι Έλληνες, οι οποίοι από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά δαπάνησαν ή κληροδότησαν το σύνολο ή μεγάλο μέρος της περιουσίας τους για κοινωφελείς σκοπούς, στην Ελλάδα, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη πνευματική ανάπτυξη και κοινωνική πρόοδο του ελληνικού έθνους. Η ευεργεσία δημιούργησε παράδοση στον προ-επαναστατικό ελληνισμό, εντάθηκε στα χρόνια της εθνεγερσίας, με τους πλούσιους ομογενείς να ταυτίζονται συχνά με την πατρίδα και τον αγώνα του έθνους, και στη συνέχεια συνδέθηκε με τις τύχες του νεοελληνικού κράτους. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά η ευεργεσία συνδυάζει τη φιλοπατρία με την επιχειρηματική δραστηριότητα.

 Xoρηγία, Ευεργεσία, Φιλανθρωπία είναι τρεις έννοιες που αποκτούν διαφορετική σημασία μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα που τις δημιούργησαν», (Χατζηιωάννου 2010). «Η προσφορά υλικής βοήθειας προς όφελος ατόμων, εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ή θεσμών του κράτους, αποτέλεσε πράξη ιδιωτικής παρέμβασης στον δημόσιο βίο. Στη νεότερη ελληνική ιστορία (18ος-20ός αιώνας) διακρίνουμε τις ακόλουθες κατηγορίες: εθνική ευεργεσία, κοινωνική φιλανθρωπία, και ιδιωτικές δωρεές και χορηγίες στον τομέα του πολιτισμού, της παιδείας και έρευνας, καθώς και της υγείας. Το φαινόμενο της ευεργεσίας είναι κατ’ εξοχήν ελληνικό. Ετσι τουλάχιστον έχουν ισχυριστεί ιστορικοί όπως ο Πολ Βεν που ανιχνεύει τις ρίζες του ευεργετισμού στην ελληνιστική περίοδο. Ευεργέτες στήριξαν το έθνος όταν έβγαινε μπαρουτοκαπνισμένο από την επανάσταση του ’21, έχτισαν σχολεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, όπλισαν το κράτος -θωρηκτό Αβέρωφ- σε κρίσιμες στιγμές. Με δικά τους χρήματα αναβίωσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, τρία χρόνια μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη

 Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι οι εύποροι αυτοί Έλληνες ήταν οι επιχειρηματίες της εποχής τους. Ασχολούνταν με το εμπόριο και τη ναυτιλία, είχαν ως βασικό σκοπό της δράσης τους την επίτευξη κέρδους. Όμως σε κάποια στιγμή της ζωής τους αντιμετωπίζουν τον πλούτο που έχουν συσσωρεύσει ως κοινωνικό κεφάλαιο, μέρος του οποίου πρέπει να επιστρέψουν στο ελληνικό έθνος. Παρότι πολλοί εξ αυτών δεν είχαν στοιχειώδη μόρφωση , έδωσαν σημαντικά για την εποχή ποσά για την ανάπτυξη της παιδείας, της μόρφωσης και του πολιτισμού.

 Το ευεργετικό φαινόμενο συνδέεται άρρηκτα με τη μετανάστευση των Ελλήνων, ιδιαιτέρως δε των βορείων ελληνικών επαρχιών.  Η Βενετία, το Λιβόρνο, η Τεργέστη, η Βλαχία, η Μολδαβία, οι μεγάλοι εμπορικοί δρόμοι που οδηγούν στην Κεντρική Ευρώπη αρχικά, αλλά και κατόπιν, σε ένα ανάπτυγμα χρόνου μέχρι τον 19ο αιώνα, τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου, ιδίως η Αίγυπτος, δέχτηκαν μόνιμες ελληνικές εγκαταστάσεις

 Οι μετανάστες της λεγόμενης «πρώτης γενεάς» δεν αποκόπτονταν εντελώς από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Η τραυματική εμπειρία αποκοπής τους από τις παραδοσιακές-αγροτικές κοινωνίες καταγωγής και ταυτόχρονα η όχι εύκολη διείσδυση στην κοινωνία υποδοχής εξηγούν σε ένα βαθμό και σε ένα ψυχολογικό επίπεδο τη διατήρηση αυτής της σχέσης.

 Κατά τον 17ο αιώνα η οικονομική βοήθεια των ξενιτεμένων εμπόρων στρεφόταν κυρίως στην αποπληρωμή του κεφαλικού φόρου των κοινοτήτων, την ανέγερση εκκλησιών και μοναστηριών, τις προικοδοτήσεις, τις υποτροφίες κ.λπ.

 Από τα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια του 19ου,, το ενδιαφέρον των «φιλογενών εμπόρων» στρεφόταν όλο και περισσότερο στην εκπαίδευση.  Βρισκόμαστε άλλωστε στην εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και οι έμποροι της Διασποράς εμπλέκονται στη δίνη του: συντελούν στην ανέγερση σχολείων, στην πραγματοποίηση εκδόσεων, στην αγορά και αποστολή βιβλίων, στη δημιουργία και συντήρηση σχολικών μονάδων, στη χορήγηση υποτροφιών κ.λπ. Στο χρονικό αυτό σημείο γεννάται πλέον το φαινόμενο της «Εθνικής Ευεργεσίας». Η δωρεά χρημάτων από τους εμπόρους –επιχειρηματίες της εποχής δεν αποσκοπεί στη βοήθεια μεμονωμένων ατόμων, οικογενειών ή χωριών αλλά στην επίτευξη μεγάλων εθνικών προκλήσεων και στόχων σε τομείς όπως η παιδεία, οι μεταφορές και η βιομηχανία.

 Η δημιουργία του ελληνικού κράτους αποτελεί ούτως ή άλλως ένα όριο για πολλά και βεβαίως επηρεάζει και τον χαρακτήρα του φαινομένου που μας απασχολεί.  Μετά την ίδρυση του κράτους και κυρίως μετά τη δεκαετία του 1870, οι πράξεις ευεργεσίας (οι οποίες θα κατευθύνονται όλο και πιο συχνά στην Αθήνα) θα συνεχίσουν να τείνουν στην πραγμάτωση εκπαιδευτικών στόχων, αλλά κυρίως θα ενταχθούν πλέον στην προσπάθεια εξορθολογισμού και αστικού εκσυγχρονισμού της οικονομίας και της κοινωνίας.

 Συνεπώς προσδιορίζοντας το προφίλ του ευεργέτη – επιχειρηματία στο ανωτέρω ιστορικό πλαίσιο, προσδιορίζονται τα εξής χαρακτηριστικά:

 (α) Έλληνας της Διασποράς: ο Ευεργέτης –Επιχειρηματίας είναι Έλληνας της διασποράς, πρώτης ή και δεύτερης γενεάς, ο οποίος είναι βαθύτατα επηρεασμένος από τα διδάγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, έχει συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είτε μέσα από τη συμμετοχή στη Φιλική Εταιρία είτε μέσα από ανεξάρτητη προσωπική δράση.

 (β) Δημιουργεί περιουσία στο εξωτερικό κυρίως από το εμπόριο και τη ναυτιλία: Οι περισσότεροι από τους Εθνικούς Ευεργέτες ήταν έμποροι ή είχαν ενασχόληση με τη Ναυτιλία κάνοντας μεγάλη περιουσία. Ο Ευάγγελος Ζάππας για παράδειγμα όταν εγκαταστάθηκε στη Βλαχία ακολούθησε την τακτική και άλλων Ελλήνων, νοίκιασε και εκμεταλλεύτηκε μοναστηριακά κτήματα στην περιοχή της Γιαλόμιτζας, κοντά στο Βουκουρέστι. Σε τρεις περίπου δεκαετίες απέκτησε τεράστια περιουσία και αντίστοιχα εισοδήματα.. Οι Ζωσιμάδες (ή αδελφοί Ζωσιμά) υπήρξαν επιτυχημένοι έμποροι. Ο Νικόλαος, ο Θεοδόσιος και ο Μιχάλης το 1785 ξεκινούν την εμπορική τους σταδιοδρομία στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ενώ ο Ιωάννης, ο Αναστάσιος, ο Ζώης στη Νίζνα της σημερινής Ουκρανίας και αργότερα στη Μόσχα. Ο Κωνσταντίνος Ιωνίδης είναι επιτυχημένος έμπορος στην Κωνσταντινούπολη, και από το 1822 κατακτά το Λονδίνο. Ο Ιωάννης Βαρβάκης ανακαλύπτει στη Ρωσία το χαβιάρι και συνειδητοποίει το μέγεθος της επιχειρηματικής ευκαιρίας. Μέχρι το 1788 η επιχείρηση του Βαρβάκη έκανε χρυσές δουλειές και απασχολούσε περισσότερους από 3.000 εργάτες για την επεξεργασία και το πακετάρισμα των αυγών του οξύρρυγχου

 (γ) Σε ένα ώριμο στάδιο της επαγγελματικής του πορείας ξεκινά την ευεργεσία: Παρατηρείται από τη μελέτη των βιογραφικών στοιχείων, ότι η πλειοψηφία των επιχειρηματιών που πραγματοποίησαν ευεργεσίες, το έπραξαν όταν βρίσκονταν στην κορύφωση της επαγγελματικής τους επιτυχίας. Αυτό εξηγείται από δύο λόγους. Πρώτον ο επιχειρηματίας στα πρώτα χρόνια της πορείας του είναι τόσο απορροφημένος από την επίτευξη των στόχων που έχει βάλει και την πραγμάτωση του οράματος του που δεν ασχολείται με τίποτα άλλο εκτός από την επιχείρηση του. Πολλές φορές παραμελεί την προσωπική ή οικογενειακή του ζωή. Όταν επιτύχει όμως τους επιχειρηματικούς στόχους τον απασχολεί πλέον η «υστεροφημία» του.  Το κίνητρο αυτό για τους επιχειρηματίες –ευεργέτες ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για να διαθέσουν μεγάλα για την εποχή ποσά σε εθνικούς σκοπούς.

 Δεύτερον πολλοί εξ αυτών των ευεργετών προσεγγίστηκαν από τη Φιλική Εταιρία και μυήθηκαν στους σκοπούς του αγώνα, όταν βρίσκονταν στο ζενίθ της επιχειρηματικής τους επιτυχίας. Είναι προφανές ότι μέλη της Φιλικής Εταιρίας αναζητούσαν Έλληνες με οικονομική επιφάνεια και γνωριμίες για να συνδράμουν στον αγώνα. Και οι επιτυχημένοι έλληνες επιχειρηματίες  της διασποράς διέθεταν και τα δύο αυτά πολύτιμα στοιχεία.

 Ακριβώς επειδή είναι «έμποροι» και γνωρίζουν πολύ καλά ότι μπορούν να πέσουν θύματα επιτήδειων, παρακολουθούν την υλοποίηση της ευεργεσίας  θέτουν όρους και ρήτρες, οι οποίοι πρέπει να τηρηθούν ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η χρηματοδότηση. Επισκέπτονται συχνά την Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, για να παρακολουθούν από κοντά την υλοποίηση των ευεργεσιών και να απολαμβάνουν την αναγνώριση και την ευγνωμοσύνη του νεοσύστατου κράτους και των συμπολιτών τους. Μάλιστα αρκετοί εκ των ευεργετών –επιχειρηματιών μετά το 1870 εγκαθίστανται μόνιμα στην Ελλάδα και μεταφέρουν τις κύριες δραστηριότητες τους στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις.

 Είναι αλήθεια ότι ενίοτε είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ευεργεσίας και επιχειρηματικότητας. Στις μέρες μας δεν είναι ανάθεμα να ειπωθεί ότι η ευεργεσία μπορεί να έχει σχέση με την επιχειρηματικότητα, αν δεν είναι αλληλένδετη με αυτήν. Ο σύγχρονος ευεργέτης -αν και όχι πάντοτε- δεν έχει τον ιδεαλισμό των Ελλήνων της διασποράς του 18ου και 19ου αιώνα. Θέλει απλό και ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο, εξαίρεση από τη φορολογία, διευκολύνσεις και προβολή, πολλή προβολή για να κάνει το οτιδήποτε.

 Οι  πάλαι ποτέ ευεργέτες του 18ου και 19ου αιώνα είχαν ζήσει τη φτώχεια, την έλλειψη παιδείας  και τη στέρηση σε πρώτο πλάνο στην κοινωνία της εποχής, κάτι που δεν συμβαίνει σίγουρα στον ίδιο βαθμό με τους σύγχρονους επιχειρηματίες. Ίσως ήταν και λιγότερο «κοσμοπολίτες», και άρα περισσότερο δεμένοι με την έννοια της πατρίδας. Γι αυτούς η  ευεργεσία αποτελεί κοινωνική επένδυση. Και όπως είναι γνωστό η κοινωνική επένδυση αποδίδει σε βάθος χρόνου και όχι άμεσα όπως για μια παράδειγμα η χρηματιστηριακή επένδυση. Οι ίδιοι ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό την ιδιοκτησία, το κέρδος και την επιχειρηματικότητα. Όμως δεν ξέχασαν την Ελλάδα διότι μπορεί το επιχειρηματικό πλαίσιο να ήταν σε άλλες χώρες και τόπους , όμως  ανδρώθηκαν και δημιούργησαν σε χώρους που επιβραδύνεται η «αφομοίωση» όπως ο χώρος της «παροικίας». Η «παροικία» δεν αποτελεί μειονότητα αλλά ένα μικρό «κράτος εν κράτη». Ο επιχειρηματίας πολλές φορές θα βοηθήσει για παράδειγμα να σπουδάσει ένας συγχωριανός του, πληρώνοντας ως υποτροφία το κόστος σπουδών και τα έξοδα μετάβασης από την Ελλάδα, και στη συνέχεια θα τον κρατήσει στις επιχειρήσεις του.

 Ο επιχειρηματίας – ευεργέτης μέσα από τη σύνδεση της «παροικίας» με τον τόπο καταγωγής του ενημερώνεται για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του τόπου καταγωγής, και παρεμβαίνει για να ανακουφίσει τη ζωή των συμπατριωτών του

 Η ευεργεσία έχει όρους και παρακολουθείται όπως κάθε επένδυση «Τα κληροδοτήματα των Εθνικών Ευεργετών, όταν αποτελεσματικά διευθύνονται και επακριβώς εκτελούνται σύμφωνα με τους όρους των Ευεργετών, αδιάλειπτα και αυστηρώς επιτηρούμενα, είναι η ευγενέστερη έκφραση της Ελληνικής Ψυχής και η λαμπρότερη σελίδα της Ιστορίας του Έθνους», όπως επισήμανε στην 4η Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στα 1925, ο πληρεξούσιος των αλύτρωτων τότε Δωδεκανησίων και διαβίου άνθρωπος της εθελοντικής προσφοράς Σκεύος Ζερβός.

 Μάλιστα οι ευεργέτες είναι ιδιαίτερα αυστηροί όταν παρατηρούν να καταστρατηγούνται οι όροι της ευεργεσίας. Για παράδειγμα την περίοδο 1849 -1850, θα προκύψουν προβλήματα δυσλειτουργίας στο Σχολαρχείο του Πειραιά που ίδρυσε το 1847 με δική του δαπάνη ο Κωνσταντίνος Ιωνίδης , εξαιτίας του τότε σχολάρχη Γ. Παυλίδη, που θα προκαλέσουν ανησυχίες στην πειραϊκή κοινή γνώμη. Έκδηλη θα είναι η ανησυχία του Ιωνίδη, ο οποίος με επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου θα ζητήσει όπως καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να επιτευχθεί «η βελτίωσης του Ελληνικού Σχολείου»

 Θα πρέπει να επισημανθεί μεθοδολογικά ότι διαχωρίζονται οι ευεργέτες οι οποίοι στήριξαν την επανάσταση και το έθνος στα πρώτα του  βήματα μέχρι το 1870, από τους μετέπειτα ευεργέτες. Οι ευεργέτες της πρώτης κατηγορίας είχαν άμεση επαφή με τον επαναστατικό αγώνα στηρίζοντας τον οικονομικά και βέβαια συνέβαλλαν αποφασιστικά στην πραγματοποίηση μεγάλων έργων για τα οποία έδωσαν χρήματα χωρίς ανταλλάγματα.. Επίσης δεν συμμετείχαν ο στη διακυβέρνηση του νέου κράτους. Οι σημαντικότεροι εξ αυτών (Βαρβάκης, Ιωνίδης, Ζωσιμάδες, Ζάππας κ.α) έφυγαν από τη ζωή είτε πριν ολοκληρωθεί η επανάσταση είτε μέχρι το 1870.

 Από το 1870 και μετά παρουσιάζονται περιπτώσεις ευεργετών των οποίων η προσφορά είναι διφορούμενη. Ο Ανδρέας Συγγρός, λόγου χάρη, ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αμφιλεγόμενου ευεργέτη. Η εμπλοκή του πιο ισχυρού άνδρα της εποχής, μετά τον βασιλιά Γεώργιο Α’, στα Λαυρεωτικά (1873) και τα τεράστια κέρδη του εις βάρος των αδαών μετόχων, προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις και έντονες κριτικές. Οι χαρακτηρισμοί «λωποδύτης φιλάνθρωπος» και «μέγας εθνικός ευεργέτης» αποτελούσαν τους ακραίους πόλους μιας προβληματικής σχέσης που συνέδεε όχι μόνο τον Συγγρό αλλά και πολλούς μετέπειτα ευεργέτες με την ελληνική κοινωνία.

 Η παρατεταμένη οικονομική κρίση μας κάνει να αναλογιζόμαστε για το εάν και πότε θα εμφανιστούν ευεργέτες αντίστοιχου βεληνεκούς του Ιωνίδη, του Ζάππα, του Βαρβάκη, των Ζωσιμάδων, του Ανδρέα Συγγρού και πολλών άλλων που συνέβαλλαν στην ανόρθωση της χώρας ύστερα από την απελευθέρωση.  Η συμβολή τους με τη μορφή χορηγιών, δωρεών, συμμετοχής σε επενδύσεις ανάπτυξης κτηριακών υποδομών είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ στην θλιβερή πραγματικότητα του μνημονίου στα πλαίσια της οποίας το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων περικόπτεται, σχολικές μονάδες καταργούνται, σχολικές επιτροπές συγχωνεύονται.

Βέβαια οι ανωτέρω σκέψεις φαντάζουν ουτοπικές εάν σκεφτεί κανείς ότι η πλειονότητα των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων έχει συνηθίσει να «αρμέγει» το δημόσιο και όχι να κάνει δωρεές. Οι Εθνικοί Ευεργέτες πολλές φορές καλέστηκαν από το Ελληνικό Κράτος να κλείσουν τρύπες σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας όπως η Παιδεία και η Υγεία.

 Τι συμβαίνει σήμερα? Δεν μπορούν να υπάρξουν επιχειρηματίες – ευεργέτες σαν τον Κωνσταντίνο Ιωνίδη ? Μια πρώτη προσέγγιση έχει, να κάνει με τον «κυνισμό» που δημιούργησε σε πλούσιους και φτωχούς η αλληλεπίδραση με το σύγχρονο ελληνικό κράτος, όπου ακόμη και δωρεές έμπλεκαν στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της κομματοκρατίας. Μια άλλη προσέγγιση σχετίζεται με την εδραίωση ενός κλίματος γενικευμένης απληστίας, με την περιθωριοποίηση της ατομικής θυσίας για το συλλογικό καλό, αλλά και με την καχυποψία με την οποία συχνά αντιμετωπίζονται (σε πολλές περιπτώσεις όχι άδικα) η συσσώρευση πλούτου και η παρεπόμενη αγαθοεργία.

 Ανεξαρτήτως πάντως της όποιας ιδιοτέλειας μπορεί να υποκρύπτει μια ευεργεσία, είναι βέβαιο ότι θα δυσκολευόμασταν σήμερα να φανταστούμε μια Ελλάδα χωρίς το Μετσόβιο, την Ακαδημία, το μουσείο Μπενάκη, το Μέγαρο Μουσικής, το Ευγενίδιο, το Ωνάσειο, το Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη και τόσα άλλα και σε λίγα χρόνια φαντάζομαι τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ωνασείου, τη νέα Εθνική Βιβλιοθήκη αλλά και τη νέα Λυρική σκηνή που ετοιμάζονται με δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχου.

 Κλείνοντας να υπενθυμίσουμε ότι οι επιχειρηματίες –ευεργέτες έδρασαν  τότε που η Ελλάδα ξεκινούσε, κάτω από αντίξοες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, την πορεία της προς το μέλλον, χωρίς όμως να απολείπει η προσδοκία πως αυτό μπορούσε – και έπρεπε – να είναι καλύτερο. Χωρίς Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς ΕΣΠΑ, Μνημόνια και Υπουργεία, με ανθρώπους που είχαν διάθεση να δώσουν και όχι να πάρουν, οραματιστές και όχι διαχειριστές επιχειρηματίες και όχι κρατικοδίαιτοι. Γι αυτό λοιπόν ο θεός εκτός από το χαβιάρι αγάπησε και τους ευεργέτες. Η ιστορία τους φέρθηκε γενναιόδωρα εξασφαλίζοντας τους υστεροφημία και επαναφέροντας τους επιτακτικά στο προσκήνιο..

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  •  Μπουρλετίδης Κ. (2011): «Επιχειρηματικότητα και Ευεργεσία: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Ιωνίδη», στα πλαίσια της επιστημονικής ημερίδας με τίτλο: Κωνσταντίνος Ιωνίδης (1775 – 1852): «Διλθεν εεργετν», που πραγματοποιήθηκε στην Ιωνίδειο Σχολή  στα πλαίσια συμπλήρωσης 164 ετών από την δημιουργία της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά,(υπό έκδοση)
  • Θεοχάρης, Ρ.Δ. (1983): “Ιστορία της Οικονομικής Ανάλυσης”, Τόμος Α΄ Εκδόσεις Παπαζήσης.
  • Καραγιάννης Α., Κορρές Γ, Ζαρίφης Α.(2001): “Επιχειρηματικότητα & Ανάπτυξη”,ΟΕΔΒ Αθήνα.
  • Πετράκης Π.Ε, Μπουρλετίδης Κωνσταντίνος, Βασίλαρος Βασίλης, Σταματίου Θεόδωρος (2003): «Η Επιχειρηματικότητα», Εκπαιδευτικό Εγχειρίδιο για την διδασκαλία των μαθημάτων Επιχειρηματικότητας σε όλα τα τμήματα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Μπουρλετίδης Κωνσταντίνος (2007): «Η Επιχειρηματική Δραστηριότητα με τα μάτια της Θρησκείας: Αιώνες Καχυποψίας Απέναντι στο Επιχειρείν», «Ανοιχτό ΜΒΑ: Τα Μυστικά της Διοίκησης Επιχειρήσεων», Τεύχος 42, Γ΄Κύκλος Εφημερίδα  ΤΑ ΝΕΑ, 3/12/2007

 ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ

 «Ευεργεσία και Επιχειρηματικότητα δείχνουν τον δρόμο»

http://www.nb.org/blog/?p=138  

«Σύγχρονοι Εθνικοί Ευεργέτες»

http://www.euro2day.gr/newdeal/249/articles/687873/NewdealArticle.aspx

«Εν έτη 2012 υπάρχουν ευεργέτες »

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_18/03/2012_476208

«Αναζητώντας Ευεργέτες σαν τον Κωνσταντίνο Ιωνίδη»

http://kbourletidis.blogspot.gr/2010/12/blog-post_20.html

  1. No comments yet.
  1. No trackbacks yet.