Home > Χωρίς κατηγορία > Ο «δικός μας» Λεωνίδας Ανδριανόπουλος (αποφ.29)+

Ο «δικός μας» Λεωνίδας Ανδριανόπουλος (αποφ.29)+

No Gravatar

Ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή συναπόφοιτος, όχι μόνο σε ηλικία αλλά και ως προσωπικότητα σύμβολο μιας πόλης που φθίνει. Ένας άνθρωπος που πρόλαβε «στον αιώνα που είχε στη διάθεση του» να χαρίσει στον Πειραιά έναν «θρύλο», τον Ολυμπιακό, μια επιχείρηση που αισίως κλείνει τα 70 χρόνια ύπαρξης, «παράδειγμα» και υπόδειγμα για το πώς επιχειρείς έντιμα, και τη σφραγίδα του ως μαθητής και ως επαγγελματίας στο ιστορικότερο σχολείο του Πειραιά, την Ιωνίδειο Σχολή.

 

Δύο από τις μεγαλύτερες αγάπες του όπως μας είχε δηλώσει  ο ίδιος ήταν ο Ολυμπιακός τον οποίο ίδρυσε με τα άλλα τέσσερα αδέλφια του, και η Ιωνίδειος Σχολή. Ειδικά για την αγαπημένη του Ιωνίδειο Σχολή, το τότε «Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς», έχει το προνόμιο να έχει περάσει όλη του τη μαθητική ζωή, στο κτήριο των Ιωνιδών, δηλαδή στο κτήριο που έφτιαξε ο Κωνσταντίνος Ιωνίδης και στέγαζε το σχολείο μας μέχρι το 1932, όταν και γκρεμίστηκε για να δημιουργηθεί το τωρινό κτήριο. Η συγκίνηση του ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν διότι η τάξη του βρισκόταν ακριβώς στο σημείο που στεγάζεται σήμερα η οικογενειακή επιχείρηση που δημιούργησε και λειτουργεί μέχρι σήμερα η «ΑΦΟΙ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΙ»

            Γεννήθηκε το 1911, και ήταν ένας από τη θρυλική πεντάδα των Ανδριανοπουλαίων που δόξασαν την πόλη του Πειραιά και τον Ολυμπιακό, του οποίου αποτελούσαν και τα πέντε αδέρφια τη βασική αλλά και θρυλική πεντάδα της ομάδας «… Τον Ολυμπιακό τον αγάπησα όσο τους γονείς και τα αδέρφια μου. Ίσως τον αγάπησα περισσότερο και από τους δικούς μου» θα πει στο δημοσιογράφο και συναπόφοιτο Δημήτρη Καπράνο,

Ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος ή Στραβοσουγιάς ήταν ο βενιαμίν της «χρυσής πεντάδας» του Ολυμπιακού. Ο «αέρινος κυνηγός», που όπλισε την πένα των αθλητικογράφων της εποχής και τίμησε την φανέλα με το εθνόσημο στην … προπατορική Εθνική Ελλάδας. Ευτύχησε να νικήσει τον χρόνο αλλά και να απολαύσει και την καταξίωση της προσπάθειας. Ο «τελευταίος των θρύλων»: Μοναδικό, «συλλεκτικό», το ζωντανό κομμάτι των πρώτων ιστορικών χρόνων του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Κάποτε ρωτήθηκε «πως και γιατί ιδρύθηκε ο Ολυμπιακός» και απάντησε:

 «Μαζευτήκαμε και το κάναμε! Τότε τα σωματεία ποδοσφαίρου στον Πειραιά ήταν δύο. Η «Πειραϊκή Ενωση» και ο «Εθνικός Όμιλος Φιλάθλων». Εμείς, ως αθλητές του κλασικού αθλητισμού, ξεκινήσαμε από τον «Πειραϊκό Σύνδεσμο». Αποφασίστηκε, λοιπόν, στην ταβέρνα να ιδρυθεί ο Ολυμπιακός. Το όνομα έδωσε ο Kαμπέρος, τα χρώματα ο αδελφός μου ο Γιάννης, που είχε δει τη φανέλα με το «κόκκινο-άσπρο» στην Αγγλία, στο Kέμπριτζ.

 Σιγά σιγά, παίζαμε και οι πέντε. Τέσσερις κι εγώ πέντε. Παίζαμε ωραίο φούτμπολ, μας είχε δείξει ο αδελφός μου πώς έπαιζαν οι Εγγλέζοι. Συγχρονισμένο φούτμπολ!. Kάναμε θεωρία στο σπίτι με τον αδερφό μου τον Γιώργο και μετά πήραμε έναν προπονητή, ονόματι Kοψίβα.  Αυτός με έβαλε στην πρώτη ομάδα. Ήμουν 14 χρόνων, χτύπησε ένας Kαραντινός, έξω αριστερά και από δοκιμή, έγινα μόνιμος! Μετά το Φάληρο, όπου υπήρχε το «Ποδηλατοδρόμιο» και παίζαμε στην καρβουνόσκονη, έφτιαξε και ο Παναθηναϊκός γήπεδο, για 8.000 θεατές».

Κάπως έτσι ξεκίνησε ο Θρύλος. Εκεί στην ταβέρνα του Μοίρα με τον αείμνηστο πλέον Λεωνίδα, να μην έχει δικαίωμα εισόδου, αφού ήταν μόλις 14 χρόνων. Απολάμβανε όμως κάθε στιγμή. Κάθε κόκκινο δευτερόλεπτο. Ήταν οι βεντέτες της εποχής, αλλά από διασκέδαση; Ο ίδιος γελώντας πάντα έλεγε:

«Kανά ζαχαροπλαστείο, κανένας χορός, συγκεντρώσεις στα σπίτια. Στο «Ακταίον», στο Φάληρο, γίνονταν όλες οι δεξιώσεις, όλοι οι χοροί. Kάθε Σαββατοκύριακο, είχε τσάι. Πηγαίναμε εκεί με τις κοπέλες, όλος ο Πειραιάς, εκεί μαζευόταν. Στο Φάληρο «γαμπρίζαμε». Υπήρχε εκεί και το θέατρο, η «Ταραντέλλα». Μετά καλούσαν ξένους θιάσους. Ένα θεατράκι απίθανο. Εκεί ήταν η διασκέδαση και στα σπίτια. Τότε την ταβέρνα την θεωρούσαν υποτιμητική…».

 Στο βιβλίο του Δημήτρη Καπράνου εξομολογείται: … «Όπως αγαπώ εγώ τον Πειραιά λίγοι ίσως τον αγαπούν. Μόνο που τον τελευταίο καιρό μας έχουν ξεχάσει όλοι και αυτό το θεωρώ απαράδεκτο. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω πως δεν μπορώ να ζήσω αλλού. Στον Πειραιά έχω τους φίλους μου».  «Πενήντα καλημέρες λέω κάθε πρωί στον Πειραιά, σκέπτεσθε να ζούσα μονίμως στα βόρεια προάστια;»

  1. No comments yet.
  1. No trackbacks yet.